Άρθρα

Μας πνίγει η διαφθορά.

Ημερομηνία: 08/02/2001
Έντυπο: Χριστιανική
Ενότητα: Πολιτικό

Η ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑ

ΕΧΕΙ ΔΙΑΒΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*

Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες ο Πρωθυπουργός, μιλώντας 31.1.2001 σε ομάδα Βουλευτών του κόμματός του οι οποίοι, ανάμεσα στα άλλα, του έθεσαν και το θέμα της διαφθοράς και της διαπλοκής, είπε ότι : «η Κυβέρνηση έχει ανοίξει μέτωπο κατά της διαφθοράς». Με τη φράση αυτή ο Πρωθυπουργός επιβεβαιώνει ότι υπάρχει στη χώρα μας εκτεταμένη διαφθορά. Το «μέτωπο», όμως, για το οποίο μίλησε – αν υπάρχει – είναι, δυστυχώς, διάτρητο.

Το πόσο μεγάλη είναι η διαφθορά στη χώρα μας φαίνεται από τα στοιχεία της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Διεθνής Διαφάνεια» που εδρεύει στο Βερολίνο και τα οποία δημοσιεύτηκαν πέρυσι τον Ιούνιο στον ελληνικό Τύπο (βλέπε εφημερίδες της 16.6.2000). Σύμφωνα με την οργάνωση αυτή οι χώρες βαθμολογούνται σε μια κλίμακα που ξεκινά από το 10 και φτάνει στο 0 (όσο χαμηλότερη είναι η βαθμολογία μιας χώρας στην κλίμακα αυτή τόσο μεγαλύτερη είναι η διαφθορά σ’ αυτήν). Η πιο αδιάφθορη χώρα που καταλαμβάνει την 1η θέση στην κλίμακα αυτή, με βαθμό 10, είναι η Δανία και η χώρα με τη μεγαλύτερη διαφθορά που καταλαμβάνει την 99η θέση είναι το Καμερούν με βαθμό 1,5. Την 35η θέση στην κλίμακα αυτή με βαθμό 4,9, δηλαδή λιγότερο από το μισό της πρώτης χώρας, καταλαμβάνει η Ελλάδα και βρίσκεται στην 14η θέση ανάμεσα στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης (Ε.Ε.). Η μόνη χώρα της Ε.Ε. στην οποία υπάρχει μεγαλύτερη διαφθορά απ’ ό,τι στη χώρα μας είναι η Ιταλία με βαθμό 4,7 και κατέχει την 38η θέση στην κλίμακα που προαναφέρθηκε.

Στη χώρα μας γενική είναι η εντύπωση ότι το φαινόμενο της διαφθοράς, που υπήρχε και παλαιότερα, έχει λάβει την τελευταία δεκαπενταετία τεράστιες διαστάσεις, ξεκινά από πολύ ψηλά και φτάνει μέχρι και τον απλό υπάλληλο. Έχει, δηλαδή, γίνει καθεστώς. Η διαφθορά, όμως, στα ανώτατα κλιμάκια παραμένει στο απυρόβλητο. Η μόνη περίπτωση στην οποία η διαφθορά στα κλιμάκια αυτά μπήκε στο στόχαστρο της Δικαιοσύνης ήταν το σκάνδαλο Κοσκωτά στο τέλος της δεκαετίας του ’80. Στη σχετική όμως, δίκη που έγινε κάτω από τις γνωστές συνθήκες και εξαιτίας των όσων σημειώθηκαν στη διάρκειά της, η αλήθεια δεν αποκαλύφθηκε σε όλη την έκτασή της.

Σ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 γινόταν (και εξακολουθεί να γίνεται) λόγος για «τα διαπλεκόμενα». Στη διάρκεια της δεκαετίας αυτής φάνηκε η μεγάλη ισχύς που έχει και η επιρροή που ασκεί μια πολύ ολιγάριθμη ομάδα παραγόντων της οικονομικής ζωής του Τόπου, που, ταυτόχρονα, ελέγχουν και τα ιδιωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Παρ’ όλες, όμως, τις συνεχείς κατηγορίες για «διαπλοκή» με αυτούς τους παράγοντες που αλληλοεκτοξεύονται από την Αξιωματική Αντιπολίτευση και την Κυβέρνηση, καμιά περίπτωση διαφθοράς σε ανώτατα κλιμάκια δεν έφθασε στα δικαστήρια, δεδομένου ότι κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν προχωρεί σε επώνυμες και τεκμηριωμένες καταγγελίες. Οι αλληλοκατηγορίες, δηλαδή, γίνονται για το θεαθήναι ενώ, στην ουσία, τα δύο μεγάλα κόμματα αλληλοκαλύπτονται.

Σε αντίθεση με τη χώρα μας, σε άλλες χώρες επώνυμες καταγγελίες γίνονται και οι υπεύθυνοι παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη και τιμωρούνται. Αρκεί εδώ να αναφέρουμε δύο μόνο παραδείγματα.

Το πρώτο αφορά την Ιταλία η οποία, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται σε χειρότερη από τη χώρα μας θέση σε ό,τι αφορά τη διαφθορά. Η εκεί δράση της μαφίας, που αποτελεί κράτος εν κράτει, και η ανάμειξη των πολιτικών σε πολυποίκιλα σκάνδαλα, προκάλεσαν τη γνωστή επιχείρηση «καθαρά χέρια» των δικαστικών αρχών, επιχείρηση που είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει η παλιά πολιτική τάξη, να καθίσουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου πολλοί πολιτικοί ενώ άλλοι αναγκάστηκαν να εκπατριστούν για να μη δικαστούν.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά τη Γαλλία στην οποία η διαφθορά είναι αρκετά διαδεδομένη δεδομένου ότι στην κλίμακα της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Διεθνής Διαφάνεια», που προαναφέρθηκε, καταλαμβάνει την 22η θέση με βαθμό 6,6 και κατέχει την 11η θέση στην Ε.Ε. (οι χώρες που έχουν μεγαλύτερη διαφθορά από την Γαλλία είναι, κατά σειρά, η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ελλάδα και η Ιταλία). Στη χώρα αυτή πολλοί Υπουργοί, Βουλευτές, Δήμαρχοι και άλλοι πολιτικοί έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, έχουν καταδικαστεί και φυλακιστεί.

Στη χώρα μας, εξαιτίας από τη μια μεριά της στάσης των δύο μεγάλων κομμάτων που προαναφέρθηκε, και από την άλλη της πλήρους αδιαφάνειας που επικρατεί στα οικονομικά όλων των κομμάτων και στις προεκλογικές δαπάνες τόσο των κομμάτων όσο και των υποψήφιων Βουλευτών, διάχυτη είναι η εντύπωση στην Κοινή Γνώμη ότι υπάρχει ένα κλίμα κουκουλώματος της γενικευμένης διαφθοράς που επικρατεί.

Τη γενικευμένη διαφθορά διαπίστωσε και η «Ομάδα Άμεσης Παρέμβασης για τη Δημόσια Διοίκηση» η οποία σε πρόσφατη έκθεσή της (βλέπε εφημερίδες της 16.11.2000) προς την Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ανάμεσα στα άλλα αναφέρεται και στο φαινόμενο του χρηματισμού (το γνωστό «λάδωμα»). Παλαιό και αυτό το φαινόμενο, αλλά στις μέρες μας έχει γενικευθεί..

Διαφθορά, όμως, δεν υπάρχει μόνο στο δημόσιο τομέα. Υπάρχει και στον ιδιωτικό τομέα. Την εκτεταμένη διαφθορά και στους δύο τομείς ενισχύει και η μεγάλη έκταση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής στη χώρα μας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης (Ε.Ε.) η παραοικονομία στη χώρα μας κυμαίνεται ανάμεσα στο 29% και στο 35% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), και είναι η μεγαλύτερη στην Ε.Ε. Δεύτερη είναι η Ιταλία με ποσοστό 20%-26% του ΑΕΠ. Το γεγονός ότι οι δύο αυτές χώρες είναι και οι πρώτες στη διαφθορά μέσα στην Ε.Ε. δείχνει τη στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην παραοικονομία και στη διαφθορά.

Η γενικευμένη διαφθορά έχει διαβρώσει την κοινωνική ζωή του Τόπου δεδομένου ότι έχει μετατραπεί σε τρόπο ζωής. Θεωρείται, δηλαδή, αυτονόητο ότι για να κάνει κανείς τη δουλειά του (είτε πρόκειται για ανάληψη ενός μεγάλου δημόσιου έργου ή προμήθειας στο Δημόσιο μεγάλης αξίας μηχανημάτων ή άλλων υλικών είτε για την έκδοση ενός απλού πιστοποιητικού) πρέπει να «λαδώσει». Το «λάδωμα», όμως, εκτός από το ότι είναι μια παράνομη πράξη και αποτελεί πηγή παράνομου και αφορολόγητου πλουτισμού, προκαλεί και πλήθος άλλων παρενεργειών. Πρώτα απ’ όλα μπορεί να βλάψει ένα πλήθος ανθρώπων των οποίων παραμερίζεται η σειρά και το δίκαιο. Στη συνέχεια ορισμένοι από τους αδικούμενους, μη μπορώντας να βρουν με άλλο τρόπο το δίκιο τους, καταφεύγουν και αυτοί στο «λάδωμα». Η γενίκευση της «πρακτικής» αυτής δημιουργεί σε εκείνους που επωφελούνται» ότι χωρίς «λάδωμα» δεν πρέπει να εξυπηρετούν. Με τον τρόπο αυτό περιθωριοποιούνται και αδρανοποιούνται οι άξιοι, δεν εξυπηρετούνται οι απλοί πολίτες, μένουν άλυτα τα μεγάλα προβλήματα του Τόπου και, γενικότερα, σαπίζει την κοινωνία.

Όσοι δεν θέλουν να ενταχθούν στο κλίμα αυτό της γενικευμένης διαφθοράς και να μιμηθούν τις «πρακτικές» της θεωρούνται «κορόϊδα» ή «απροσάρμοστοι» και, φυσικά, προσπερνούνται και παραμερίζονται από τους επιτήδειους οι οποίοι, βουτηγμένοι στη διαφθορά, πλουτίζουν παράνομα και, επιπλέον, καυχώνται για την «καπατσοσύνη» τους.

Το ερώτημα που γεννιέται είναι πως θα ξεφύγουμε ως χώρα από το κλίμα αυτό της διαφθοράς ; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται, πρώτα απ’ όλα, από τη στάση των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας.

΄Όπως φαίνεται από τη συζήτηση που διεξάγεται στη Βουλή για την αναθεώρηση των άρθρων του Συντάγματος που αναφέρονται στη διαφάνεια, τα δύο μεγάλα κόμματα, παρά τα όσα διατυμπανίζουν, καμιά διάθεση δεν έχουν να λάβουν ριζικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Οι όποιες διατάξεις περάσουν τελικά για το θέμα αυτό στο αναθεωρημένο Σύνταγμα και οι όποιοι νόμοι εκδοθούν – αν και όταν εκδοθούν – δεν πρόκειται να εξαλείψουν το φαινόμενο με δεδομένη πρώτα την πλήρη εξάρτηση της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική (δηλαδή από το μονοκομματικό Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο διορίζει την ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας) και με δεδομένη την πρακτική που εφαρμόζεται για ήδη ισχύουσες διατάξεις σχετικά με τους ελέγχους :

  • Των οικονομικών των κομμάτων (τελικά ουσιαστικός έλεγχος για τα έσοδα και τις δαπάνες τους δεν γίνεται).

  • Των προεκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψηφίων Βουλευτών (οι υποβαλλόμενες δηλώσεις, στην πλειονότητά τους, δεν ανταποκρίνονται, στην πραγματικότητα και δεν ελέγχονται ουσιαστικά), και

  • Του «Πόθεν Έσχες» (αφού οι δηλώσεις αυτές αφορούν το «τι» – στην περίπτωση που αυτό δηλώνεται στην πληρότητά του – και όχι το «πόθεν»).

Είναι, επομένως, σαφές ότι σε ό,τι αφορά την κορυφή η εξάλειψη του φαινομένου της διαφθοράς προϋποθέτει ριζική αλλαγή, δηλαδή ουσιαστικά ανατροπή, του σημερινού πολιτικού σκηνικού της χώρας. Μια τέτοια αλλαγή πρέπει να έχει γερές βάσεις αρχών, να μην εξαρτάται από τα οικονομικά συμφέροντα, να έχει ένα πραγματικό όραμα για τη χώρα, να στηρίζεται σε καταξιωμένα πρόσωπα με άμεμπτο ήθος και να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις για τα μεγάλα προβλήματα του Τόπου. Είναι προφανές ότι η αλλαγή αυτή δεν πρόκειται να έλθει από προαναγγελλόμενα νέα προσωποπαγή κόμματα που στηρίζονται σε δημόσιες σχέσεις και που δηλώνουν ότι είναι έτοιμα να συνεργαστούν με το ένα από τα δύο κόμματα προκειμένου να μετάσχουν στη νομή της εξουσίας.

Αν η αλλαγή – που θα έχει τα βασικά χαρακτηριστικά που, πολύ συνοπτικά, αναφέρθηκαν πιο πάνω – αρχίσει από την κορυφή, μπορεί να ακολουθήσει η αλλαγή στη βάση, δηλαδή στην κοινωνία. Όταν, δηλαδή, ο Λαός δει ότι στην κορυφή δεν υπάρχει διαφθορά και, επιπλέον, υπάρχει σταθερή, επίμονη, συνεχής και συνεπής πολιτική βούληση πάταξής της, θα αρχίσει να μιμείται το καλό παράδειγμα που θα δώσουν οι πολιτικοί φορείς της ριζικής αυτής αλλαγής.

_____________

*Ο Μανόλης Γ. Δρεττάκης είναι πρώην : Αντιπρόεδρος

της Βουλής, Υπουργός και Καθηγητής της ΑΣΟΕΕ.